Εχουν περισσέψει
Πολλά νήματα
Απο τα πλεκτά τής γιαγιάς
Δεν ξέρει να πλέκει
Ούτε θέλει να μάθει
Μήτε να τα πετάξει
Τι να τα κάνει
Σκέφτηκε τον Παντελή
Τον παλιατζή
Οπου νάναι θα ακουστεί
Είχε πάρει αντικείμενα
Που εκείνη νόμιζε
Δεν θα τον ενδιέφεραν
Εβλεπε την καρότσα του
Γεμάτη παλιά σιδερικά
Ομως
Είχε πάρει
Τον ξύλινο καλόγερο τού παππού
Εκεί κρέμαγε την ρόμπα του
Την κουνιστή καρέκλα τής γιαγιάς
Εκεί καθόταν και έπλεκε
Είχε πάρει τις βελόνες
Νούμερα τάδε και τάδε
Εξήντα τεμάχια μαχαιροπίρουνα
Της προγιαγιάς
Αυτά ήταν σιδερικά
Εχεις κόρες
Κύριε Παντελή
Τον είχε ρωτήσει
Εχω έξι κυρά
Κάντα ο,τι νομίζεις
Με το ζύγι ή προικιό
Ισως πάρει και τα νήματα
Ποτέ δεν ξέρεις
Πως Και
Με τι νούμερο βελόνα
Πλέκει ο καθένας την ζωή του
ή
πώς
Εμπλέκονται οι ζωές
Μεταξύ αγνώστων
.jpg)